Η Μελανθώ είναι δευτερεύων χαρακτήρας στην Οδύσσεια του Ομήρου, κόρη του Δολίου, αδελφή του Μελανθίου και υπηρέτρια της Πηνελόπης. Αν και μεγάλωσε με την οικογένεια, συμπαρατάχθηκε με τους μνηστήρες, έγινε ερωμένη του Ευρύμαχου και φέρθηκε με αλαζονεία στον Οδυσσέα -όσο ήτανε μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο. Τελικά απαγχονίστηκε επειδή ήταν άπιστη.
Η Μελανθώ (το όνομά της σημαίνει «μαύρο άνθος») αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ύβρεως και αχαριστίας στην ομηρική Οδύσσεια. Ο ρόλος της στο έπος είναι σύνθετος, καθώς λειτουργεί ως το απόλυτο αρνητικό αντίβαρο των πιστών υπηρετών του παλατιού.
Αν και η Μελανθώ ήταν κόρη του δούλου Δολίου, η Πηνελόπη την είχε μεγαλώσει σαν δικό της παιδί. Της είχε προσφέρει στοργή, φροντίδα και κάθε λογής παιχνίδια κατά την παιδική της ηλικία. Παρά την ευεργεσία αυτή, η Μελανθώ στράφηκε εναντίον του οίκου του Οδυσσέα.
Η Μελανθώ ήταν αυτή που πρόδωσε στους μνηστήρες το μεγάλο μυστικό της Πηνελόπης. Αποκάλυψε ότι η βασίλισσα ύφαινε το σάβανο του Λαέρτη την ημέρα και το ξήλωνε κρυφά τη νύχτα για να κερδίσει χρόνο.
Η προδοσία της υποκινήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον έρωτά της για τον Ευρύμαχο, τον υπαρχηγό των μνηστήρων, του οποίου έγινε ερωμένη.
Ο Όμηρος την περιγράφει στη ραψωδία σ ως μια κοπέλα πανέμορφη («καλλιπάρειος», δηλαδή με όμορφα μάγουλα) αλλά αδίστακτη και κακόγλωσση.
Όταν ο Οδυσσέας επέστρεψε στο παλάτι μεταμφιεσμένος σε ρακένδυτο ζητιάνο, η Μελανθώ του συμπεριφέρθηκε με απίστευτη σκληρότητα. Τον ειρωνεύτηκε δημόσια, ρωτώντας τον γιατί δεν πάει να κοιμηθεί σε κάποιο χαλκουργείο (εκεί που σύχναζαν οι άστεγοι) και τον απείλησε ότι αν δεν φύγει, θα τον διώξουν με τη βία.
Συγκεκριμένα, στη ραψωδία τ της Οδύσσειας (στίχοι 65-95), η Πηνελόπη επιπλήττει αυστηρά τη Μελανθώ για την ανάρμοστη συμπεριφορά της απέναντι στον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα, αποκαλώντας την ξεδιάντροπη και προοικονομώντας την τιμωρία της. Η σκηνή αναδεικνύει την αλαζονεία της υπηρέτριας, την ηθική στάση της βασίλισσας και την ψυχραιμία του Οδυσσέα, λειτουργώντας ως προοίμιο για τη μνηστηροφονία.
Στην οικονομία του έπους, η Μελανθώ τοποθετείται σκόπιμα σε πλήρη αντίθεση με την Ευρύκλεια, την πιστή, ηλικιωμένη τροφό που αναγνώρισε τον Οδυσσέα από την ουλή στο πόδι και κράτησε το μυστικό του. Επίσης, τον Εύμαιο & τον Φιλοίτιο τους αφοσιωμένους βοσκούς που παρέμειναν πιστοί στον απόντα βασιλιά τους.
Μετά τη Μνηστηροφονία, η Ευρύκλεια υπέδειξε στον Οδυσσέα τις 12 άπιστες υπηρέτριες (ανάμεσά τους και τη Μελανθώ). Ο Οδυσσέας τις ανάγκασε πρώτα να καθαρίσουν το παλάτι από τα αίματα και τα πτώματα των εραστών τους. Στη συνέχεια, ο Τηλέμαχος τις οδήγησε στην αυλή και τις θανάτωσε όλες μαζί με απαγχονισμό, μια μέθοδο που θεωρούνταν ο πιο ατιμωτικός θάνατος στην αρχαιότητα.
Η Μελανθώ (το όνομά της σημαίνει «μαύρο άνθος») αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ύβρεως και αχαριστίας στην ομηρική Οδύσσεια. Ο ρόλος της στο έπος είναι σύνθετος, καθώς λειτουργεί ως το απόλυτο αρνητικό αντίβαρο των πιστών υπηρετών του παλατιού.
Αν και η Μελανθώ ήταν κόρη του δούλου Δολίου, η Πηνελόπη την είχε μεγαλώσει σαν δικό της παιδί. Της είχε προσφέρει στοργή, φροντίδα και κάθε λογής παιχνίδια κατά την παιδική της ηλικία. Παρά την ευεργεσία αυτή, η Μελανθώ στράφηκε εναντίον του οίκου του Οδυσσέα.
Η Μελανθώ ήταν αυτή που πρόδωσε στους μνηστήρες το μεγάλο μυστικό της Πηνελόπης. Αποκάλυψε ότι η βασίλισσα ύφαινε το σάβανο του Λαέρτη την ημέρα και το ξήλωνε κρυφά τη νύχτα για να κερδίσει χρόνο.
Η προδοσία της υποκινήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον έρωτά της για τον Ευρύμαχο, τον υπαρχηγό των μνηστήρων, του οποίου έγινε ερωμένη.
Ο Όμηρος την περιγράφει στη ραψωδία σ ως μια κοπέλα πανέμορφη («καλλιπάρειος», δηλαδή με όμορφα μάγουλα) αλλά αδίστακτη και κακόγλωσση.
Όταν ο Οδυσσέας επέστρεψε στο παλάτι μεταμφιεσμένος σε ρακένδυτο ζητιάνο, η Μελανθώ του συμπεριφέρθηκε με απίστευτη σκληρότητα. Τον ειρωνεύτηκε δημόσια, ρωτώντας τον γιατί δεν πάει να κοιμηθεί σε κάποιο χαλκουργείο (εκεί που σύχναζαν οι άστεγοι) και τον απείλησε ότι αν δεν φύγει, θα τον διώξουν με τη βία.
Συγκεκριμένα, στη ραψωδία τ της Οδύσσειας (στίχοι 65-95), η Πηνελόπη επιπλήττει αυστηρά τη Μελανθώ για την ανάρμοστη συμπεριφορά της απέναντι στον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα, αποκαλώντας την ξεδιάντροπη και προοικονομώντας την τιμωρία της. Η σκηνή αναδεικνύει την αλαζονεία της υπηρέτριας, την ηθική στάση της βασίλισσας και την ψυχραιμία του Οδυσσέα, λειτουργώντας ως προοίμιο για τη μνηστηροφονία.
Στην οικονομία του έπους, η Μελανθώ τοποθετείται σκόπιμα σε πλήρη αντίθεση με την Ευρύκλεια, την πιστή, ηλικιωμένη τροφό που αναγνώρισε τον Οδυσσέα από την ουλή στο πόδι και κράτησε το μυστικό του. Επίσης, τον Εύμαιο & τον Φιλοίτιο τους αφοσιωμένους βοσκούς που παρέμειναν πιστοί στον απόντα βασιλιά τους.
Μετά τη Μνηστηροφονία, η Ευρύκλεια υπέδειξε στον Οδυσσέα τις 12 άπιστες υπηρέτριες (ανάμεσά τους και τη Μελανθώ). Ο Οδυσσέας τις ανάγκασε πρώτα να καθαρίσουν το παλάτι από τα αίματα και τα πτώματα των εραστών τους. Στη συνέχεια, ο Τηλέμαχος τις οδήγησε στην αυλή και τις θανάτωσε όλες μαζί με απαγχονισμό, μια μέθοδο που θεωρούνταν ο πιο ατιμωτικός θάνατος στην αρχαιότητα.


