Ο Αριστοφάνης, γιος του Φιλίππου από τον δήμο Κυδαθήναιον, ήταν Αθηναίος
σατιρικός ποιητής του 5ου αιώνα (περίπου 445 - 386 π.χ.χ.). Ο Αριστοφάνης
είναι, μαζί με τον Εύπολι και τον Κρατίνο, ένας από τους σημαντικότερους
εκπροσώπους της περιόδου της αρχαίας αθηναϊκής κωμωδίας, που χαρακτηρίζεται ως
«αρχαία κωμωδία» και ο μοναδικός, του οποίου σώζονται ακέραια έργα.
Κατά τον 5ο αιώνα π.χ.χ, συνέγραψε 46 κωμωδίες. Από αυτές σώζονται έντεκα ακέραιες, ενώ παραδίδονται 924 αποσπάσματα. Διαθέτουμε ελάχιστες
ανεξάρτητες πληροφορίες για την ζωή του και συχνά στοιχεία για την βιογραφία του
αντλούνται από τις ίδιες τις κωμωδίες του, και πρέπει γι' αυτό να αντιμετωπίζονται
με μεγάλη επιφυλακτικότητα.
Οι σημαντικότερες πηγές για τις διδασκαλίες των έργων του Αριστοφάνη είναι
οι επιγραφές με τους καταλόγους νικητών σε δραματικούς αγώνες, οι αρχαίες υποθέσεις
στα σωζόμενα έργα του και οι πληροφορίες που παραθέτουν οι αρχαίοι λεξικογράφοι.
Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη περιέχουν ρητορική επιχειρηματολογία και εκλεπτυσμένες
γλωσσικές εκφράσεις, παρά τις βωμολοχίες. Μάλιστα, οι μελετητές επισημαίνουν
πως οι ήρωές του κάποιες φορές μιλούν τόσο σοβαρά ώστε να πλησιάζουν τα επίπεδα
της τραγωδίας. Από εκεί έχει βγει και η λέξη ευριπιδαριστοφανίζων, που σημαίνει τον αρκετά σοβαρό και
εκλυπτυσμένο λόγο στα έργα του Αριστοφάνη και ταυτόχρονα τον αρκετά κωμικό λόγο
και την γελοιοποίηση αρκετών ηρώων στον Ευριπίδη. Κάθε σοβαρή και εκλεπτυσμένη
έκφραση την ακολουθεί μια βωμολοχία, προκειμένου να εξισορροπηθεί το κωμικό
στοιχείο.
Ο ίδιος είναι από τους λίγους ποιητές της εποχής του που δεν
σκηνοθετούσαν τα έργα τους, αλλά τις έδινε σε επαγγελματίες χοροδιδασκάλους.
Όλες του όμως οι κωμωδίες κλείνουν με μια εικόνα λαϊκού πανηγυριού, που μαζί με
τη συχνή απεύθυνση προς το κοινό δείχνουν την τάση της κωμωδίας του για την
καθημερινή ζωή στην Αθήνα. Συνενώνει έτσι το λαϊκό με το έντεχνο.
Ο Αριστοφάνης παρουσίασε τις τέσσερις πρώτες κωμωδίες του αναθέτοντας
την διδασκαλία του Χορού στον Καλλίστρατο: οι ‘Δαιταλείς’ διδάχθηκαν το 427
π.χ.χ.. Στα Μεγάλα Διονύσια της επόμενης χρονιάς (426 π.χ.χ.) παρουσιάστηκαν οι
‘Βαβυλώνιοι’, με τους οποίους ο Αριστοφάνης κέρδισε πιθανώς το πρώτο βραβείο
και στα Λήναια του επόμενου έτους (425 π.χ.χ.) οι ‘Αχαρνείς’, με τους οποίους
επιτίθεται στις πολεμικές επιλογές των Αθηναίων και προβάλλει την ιδέα για
σύναψη συνθήκης ειρήνης με τη Σπάρτη. Το 424 παρουσιάστηκε η κωμωδία ‘Ιππείς’,
η οποία αποτελεί μία καυστική, αν και κωδικοποιημένη σάτιρα για τους Αθηναίους
πολιτικούς, προ πάντων για το στρατιωτικό ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης
Κλέωνα, στον οποίο είχε επιτεθεί ήδη έντονα στο έργο του ‘Βαβυλώνιοι’ και τον οποίο
κατηγορεί για δημαγωγία. Το 423 π.χ.χ. παρουσιάστηκε στα Μεγάλα Διονύσια το
έργο ‘Νεφέλαι’, το οποίο αποτελεί μια σάτιρα για τις (τότε) μοντέρνες
παιδαγωγικές ιδέες του Σωκράτη. Αυτή η κωμωδία για τον Σωκράτη απετέλεσε
πρότυπο για διάφορους Ευρωπαίους συγγραφείς της κλασικής και ρομαντικής εποχής.
Το 422 παρουσιάστηκε στα Λήναια το έργο ‘Σφήκες’, με το οποίο ο Αριστοφάνης
λοιδορεί το δικαστικό σύστημα της Αθήνας και ιδιαίτερα τη δικομανία των οπαδών
του Κλέωνα που είχε χάσει μια δίκη για υπεξαίρεση. Η κωμωδία ‘Ειρήνη’
παρουσιάστηκε το 421 π.χ.χ. στα Μεγάλα Διονύσια. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις
καταστροφικές επιπτώσεις του πελοποννησιακού πολέμου στους αγρότες, οι οποίοι
στέλνουν μια επιτροπή στον Όλυμπο και ελευθερώνουν τη θεά της ειρήνης. Το έργο
‘Όρνιθες’ παρουσιάστηκε το 414 επίσης στα Μεγάλα Διονύσια και θεωρείται, λόγω
της σκηνικής πληρότητας, το πλέον πετυχημένο έργο του Αριστοφάνη.
Πραγματεύεται, όπως στους ‘Ιππείς’ τις πρακτικές των πολιτικών και
στρατιωτικών, όμως χωρίς αναφορές σε επίκαιρα γεγονότα της Αθήνας, αλλά ως
σημείο εκκινήσεως για να περιγράψει μια ιδανική κοινωνία και ταυτόχρονα για να
αποδείξει τη βεβαιότητα για την αποτυχία της. Αν και το έργο αυτό δεν περιέχει
το συνήθη για τον Αριστοφάνη πολεμικό τόνο, δεν του λείπουν οι σατιρικές
αναφορές σε έργα των Αισχύλου, Ευριπίδη, Πίνδαρου κ.ά.. Στα έργα του ‘Θεσμοφοριάζουσες’
(411) και ‘Βάτραχοι’ (405) παρωδούνται τα έργα του Ευριπίδη ως προς το θέμα και
το ύφος τους. Το διασημότερο έργο του Αριστοφάνη είναι η ‘Λυσιστράτη’ που
παρουσιάστηκε επίσης το 411 π.χ.χ.. Η ομώνυμη ηρωίδα του έργου πείθει τις
γυναίκες της Αθήνας και της Σπάρτης να απόσχουν από τις ερωτικές δραστηριότητες
για να υποχρεωθούν οι άντρες να διακόψουν τον πόλεμο. Το σχέδιο αυτό πετυχαίνει
μετά από μερικές εμπλοκές. Αν και το έργο φαίνεται να έχει ένα ευγενή στόχο, τη
διακοπή του πολέμου και την έλευση της ειρήνης, όπως γνωρίζουμε από την
ιστορία, οι ολιγαρχικοί Λακεδαιμόνιοι δέχονταν να διακόψουν τον πόλεμο με κύριο
όρο να καταργήσουν οι Αθηναίοι το δημοκρατικό πολίτευμα. Αυτή ήταν και η
επιθυμία του Αριστοφάνη, ο οποίος μαζί με τους ολιγαρχικούς υποστήριζε κάθε τι
που θα υπόσκαπτε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας. Τα ύστερα έργα ‘Εκκλησιάζουσες’
(393) και ‘Πλούτος’ (388) ασχολούνται με ζητήματα της ιδιωτικής περιουσίας.
Τα έργα του Αριστοφάνη είχαν σημαντική επίδραση σε μεταγενέστερους
συγγραφείς, ιδιαίτερα σε Άγγλους σατιρικούς του 17ου και 18ου αιώνα.