...θα ξαναζωντανέψει το φως του Απόλλωνα στους Δελφούς. Οι Νύμφες με τα γέλια και τις κρυστάλλινες φωνές τους θα καλούν τον θεό Πάνα. Κι αν δείτε την Άρτεμη σε κάποιο Δάσος να κυνηγά ή τον Ερμή να πετάει στους Ουρανούς, στέλνοντας μηνύματα θεών, μη διστάσετε να ευχαριστήστε τη Μητέρα Φύση, που μπορέσατε να αντικρύσετε τους θεούς που επέστρεψαν στον τόπο τους!

₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪

ΝΕΚΥΙΑ

Ο Οδυσσέας στον Άδη, Έργο του Johannes Stradanus (1600-05)
   Η Νέκυια είναι η Ραψωδία λ της Οδύσσειας, ίσως του τελειότερου και συγκλονιστικότερου κειμένου που έχει γραφτεί ποτέ από καταβολής της ανθρωπότητας. 
   O Οδυσσέας, λοιπόν, λαμβάνει την «εντολή» από την Κίρκη να κατέβει στον Άδη, για να λάβει χρησμό από τον μάντη Τειρεσία προκειμένου να μάθει από που πρέπει να περάσει για να γυρίσει στην Ιθάκη. 
    Όταν ο Οδυσσέας ανακοίνωσε στους συντρόφους του ότι έπρεπε να πάνε στον Άδη, αυτοί απελπίστηκαν:
   Αὐτὰ εἶπα, καὶ στὰ λόγια μου ραγίστηκε ἡ καρδιά τους·
καὶ κάθισαν καὶ κλαίγανε, μαδώντας τὰ μαλλιά τους,
μὰ τί ὄφελος τοὺς ἔφερνε τὸ τόσο μοιρολόγι;
Σὰν ἤρθαμε στ' ἀκρόγιαλο καὶ στὸ γοργὸ καράβι,
βαριοθλιμμένοι, καὶ πικρὰ χύνοντας δάκρυα ἀκόμα
(κ 565-569)
    Το πρώτο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ενώ ο Οδυσσέας απορεί, τι όφελος θα έφερνε το τόσο μοιρολόι, η αντίδραση των συντρόφων του δεν ήταν διαφορετική από τη δική του ευθύς ως άκουσε την Κίρκη να του εξηγεί τα καθέκαστα:
Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἐμένανε ραγίστηκε ἡ καρδιά μου·
καὶ στὸ κλινάρι κάθισα καὶ τό 'ριξα στὸ κλάμα,
καὶ μήτε ζωὴ μήτε ἥλιου φῶς δὲν ἤθελε ἡ ψυχή μου,
Μὰ σὰ χαμοκυλίστηκα καὶ χόρτασα τὸ κλάμα,
πάλε τῆς ξαναμίλησα καὶ ρώτηξά την κι εἶπα·
(κ 495-499)
    Αν και το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει είναι ελάχιστο, ο Οδυσσέας παρουσιάζεται πιο συνειδητοποιημένος, γεγονός που μας ωθεί στο συμπέρασμα ότι ήδη είχε σκεφτεί και επεξεργαστεί πως η λύση που του προσέφερε η Κίρκη ήταν η μοναδική που υπήρχε προκειμένου να καταφέρει να επιστρέψει στην Ιθάκη.
    Στην Ιθάκη, η οποία φυσικά δεν είναι ένα απλό νησί. Η Ιθάκη είναι ένας προορισμός. Είναι η τελείωση. Η ολοκλήρωση. 
    Όταν γεύτηκε το αίμα ο Τειρεσίας εξιστόρησε τα μελλούμενα στον Οδυσσέα, και ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Ο Οδυσσέας έλαβε την επίγνωση ότι οι σύντροφοί του θα πέθαιναν, ότι θα έχανε το πλοίο του, ότι θα έβρισκε το παλάτι του ρημαγμένο. Το συγκλονιστικό εδώ είναι ότι ενώ ο Τειρεσίας διαβεβαίωσε τον Οδυσσέα ότι όποιος νεκρός περάσει δίχως να πιει αίμα φεύγει οριστικά, η μάνα του Οδυσσέα -ίσως αναγνωρίζοντας το αίμα της- πέρασε αλλά δεν απομακρύνθηκε. Και ήπιε. Τα λόγια της αν και πιο καθησυχαστικά, ουσιαστικά επιβάρυναν περαιτέρω την σκέψη του Οδυσσέα, ο οποίος τελικώς αν και έμαθε αυτά που ρώτησε:
Αὐτά εἰπε, κι ἐγὼ τό 'θελα κι ἀνάδευα στὸ νοῦ μου
νὰ τὴν ἀδράξω τὴν ψυχὴ τῆς πεθαμένης μάνας.
Τρεῖς φορὲς χύθηκα μὲ ὁρμὴ ν' ἀδράξω την ποθώντας,
καὶ τρεῖς φορὲς μὲ ξέφυγε σὰν ὄνειρο, σὰν ἴσκιος·
καὶ μὲς στὰ σπλάχνα μου ἔκανε πιὸ κοφτερὸ τὸν πόνο,
(λ 204-208)
   Εξίσου συγκλονιστική είναι η αντάμωση με τον Αχιλλέα:
Κι αὐτὸς μοῦ ἀπολογήθηκε· “Περίλαμπρε Ὀδυσσέα,
τὸ θάνατο μὴ μοῦ ζητᾶς μὲ λόγια νὰ γλυκάνης.
Κάλλιο στὴ γῆς νὰ βρίσκομουν, κι ἂς δούλευα σὲ ἀνθρώπου
μικροῦ, μὲ δίχως βιὸς πολύ, παρὰ στὸν Ἅδη νὰ εἶμαι,
καὶ βασιλέας νὰ λέγουμαι τῶν πεθαμένων ὅλων.
(λ 487-491)
   Νομίζω ότι η αντάμωση με τον Αχιλλέα έχει ένα τεράστιο συμβολισμό. Μέχρι την αντάμωση με τον Αχιλλέα, ο Οδυσσέας ψυχολογικά χειροτέρευε. Μετά την αντάμωση με τον Αχιλλέα, ξεκινάει η επάνοδος.
   Ο Αχιλλέας είναι ο πρώτος που διαμαρτύρεται όχι επειδή πέθανε, αλλά επειδή δεν ζει, υπενθυμίζοντας στον Οδυσσέα ότι το καλό βρίσκεται "πάνω" και ο δρόμος του για να το επιτύχει είναι μακρύς και δύσκολος (θυμηθείτε τους δρόμους της Αρετής και της Κακίας που ήταν υποχρεωμένος να επιλέξει ο Ηρακλής).
    Έχοντας ήδη ξεκινήσει τον δρόμο της Κάθαρσης, μετανοιώνει μόλις αντικρύζει τον Αίαντα, σε σημείο που να παραδεχθεί:
Μακάρι νὰ μὴν κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβεῖο,
τὶ ἐκεῖνα τ' ἄρματα ἔχωσαν στὴ γῆς τέτοιο λεβέντη,
τὸν Αἴαντα, ποὺ σ' ὀμορφιὰ καὶ σ' ἔργα ξεπερνοῦσε
τοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸ δοξαστὸ Ἀχιλλέα.
Σ' ἐκεῖνον τότες δυὸ γλυκὰ γύρισα κι εἶπα λόγια·
“Αἴαντα, τοῦ μεγάλου γιὲ τοῦ Τελαμώνα, ἀλήθεια,
μήτε νεκρὸς δὲ μοῦ ἔμελλες τὸ χόλιασμα ν' ἀφήσης
γιὰ τ' ἄρματα ποὺ κέρδισα, τ' ἀναθεματισμένα ;
Γιὰ τὸ κακὸ τῶν Ἀργιτῶν οἱ θεοὶ τὰ κάμαν ὅλα,
καὶ τέτοιον πύργο χάσαμε· κι ὅλοι θρηνοῦμε τώρα
οἱ Δαναοὶ κι ἐσένανε μὲ τοῦ Πηλέα τὸ γόνο·
μὰ ἄλλος δὲν εἶναι ἀφορμὴ παρὰ ὁ Δίας μονάχος,
ποὺ φοβερὰ τῶ Δαναῶν τ' ἀρματωμένα ἀσκέρια
ὀχτρεύτηκε, καὶ σοῦ ὅρισε τὴ μοῖρα τοῦ θανάτου.
Μὰ ἔλα, ἀφέντη, κι ἄκουσε τὰ λόγια ποὺ σοῦ κρένω,
καὶ δάμασε τὴ μάνητα τῆς ἡρωϊκιᾶς ψυχῆς σου.”
Εἶπα, κι αὐτὸς ἀπάντηση δὲ μοῦ 'δωκε, μόν' πῆγε
Ἔρεβος μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων πεθαμένων.
Καὶ πάλε ἴσως θὰ μίλειε μου, κι ἂς ἦταν χολωμένος
(λ 548-565)
   Στο πλαίσιο της Κάθαρσης, ακόμη κι αν διέκρινε ότι ο Αίαντας ήταν χολωμένος με τον Οδυσσέα, ο τελευταίος τόλμησε να ζητήσει συγγνώμη με τον τρόπο του και να ενδιαφερθεί για τον παλιό συμμαχητή και σύντροφο. Ακόμη κι όταν είδε τον Αίαντα ν'απομακρύνεται αμίλητος δεν έδειχνε να μετανοιώνει για την κίνηση μεταμέλειάς του, τουναντίον άφησε λίγη ελπίδα ότι θα μπορούσε μελλοντικά να είναι διαφορετικά.
   Στην συνέχεια, μετά την αναγνώριση του σφάλματος, διακρίνει κι άλλους νεκρούς, μεταξύ άλλων τον Μίνωα που ήταν ένας από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου, εδώ λοιπόν υπεισέρχεται ο παράγοντας της Κρίσης και η Δικαιοσύνη. Παραδίπλα, αυτοί που είχαν υποστεί την δυσμενή κρίση για τα σφάλματα που διέπραξαν και ουδέποτε μετάνοιωσαν, και που ήταν καταδικασμένοι να υπομένουν την τιμωρία τους. Και φυσικά διόλου τυχαίο ή συμπτωματικό το γεγονός ότι ο τελευταίος που αντίκρυσε ο Οδυσσέας και ο οποίος του μίλησε από μόνος του ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος "καὶ μόνο φάντασμα ἦταν" (λ 601) που εξιστορεί στην συνέχεια ότι όλα όσα έκανε (του άθλους) κατά την ζωή του ήταν ανούσια, μιας και "ἤμουν δοῦλος σὲ ἄνθρωπο πολὺ κατώτερό μου" (λ 621).
   Το εντυπωσιακό στην αντάμωση με τον Ηρακλή είναι ότι ο Οδυσσέας περιέργως απλώς ακούει. Δεν ανταποκρίνεται. Και παρόλο που δείχνει τη θέληση να κάτσει να δει κι άλλους ήρωες, τελικώς επικρατεί ο φόβος, κι επιστρέφει στα εγκόσμια.
    Οι νεκροί βοήθησαν τον Οδυσσέα να συνειδητοποιήσει τι πρέπει να κάνει. Η επίγνωση του μέλλοντος ήταν το κερασάκι στην τούρτα, ήταν το αντίστοιχο του δρόμου της Αρετής και του δρόμου της Κακίας. Ο Ηρακλής ήξερε τι περιείχε ο κάθε δρόμος και επέλεξε τον δύσκολο. Ο Οδυσσέας που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε επιστρέψει στο ζεστό κρεβάτι της Κίρκης, επέλεξε να συνεχίσει το ταξίδι του προς την Ιθάκη, να ξαναδεί τον γιό του και τη γυναίκα του, τον πατέρα του και το παλάτι του, τον τόπο του.
    Η Ιθάκη δεν είναι μέρος επί της ουσίας. Είναι κάτι τελείως υπερβατικό. Είναι πολλά περισσότερα από ένα απλό μέρος. Στην Ιθάκη βρίσκεται ο τελικός σκοπός κι ο δρόμος είναι δύσκολος. Η επιλογή όμως πρέπει να είναι ενσυνείδητη, διότι η Κάθαρση δεν μπορεί να έρθει ούτε με ημίμετρα, ούτε με υπεκφυγές. Και κυρίως, ούτε με προσπάθειες άλλων.
    Ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Άδη ψυχή τε και σώματι. θα προσέθετα, και κυρίως πνεύματι. Ο Οδυσσέας δεν κουβέντιασε απλώς με τους νεκρούς. Δεν έμαθε απλώς το μέλλον. Στην πραγματικότητα έμαθε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Συνειδητοποίησε ότι σημασία έχει το τώρα, η ζωή που έχεις και όχι το μετά, το οποίο μόνο με υπέρβαση (και πιθανώς κατόπιν θεϊκής εντολής) μπορείς να μάθεις αλλά ακόμη κι αυτό κατ' εξαίρεσιν. Κατανόησε ότι μετά δεν μπορεί ν'αλλάξει κάτι, πολλά όμως μπορούν ν'αλλάξουν τώρα. Κατάλαβε ότι στο κρεβάτι της Κίρκης θα απολάμβανε εσαεί την ηδονή, δεν θα ξανάβλεπε ποτέ όμως τον τόπο του και τους δικούς του ανθρώπους. Εν ολίγοις το ταξίδι που είχε ξεκινήσει δεν θα είχε απλώς άδοξο τέλος αλλά στην πραγματικότητα δεν θα τελείωνε καν. Και παρόλο που ήξερε ότι το ταξίδι αυτό μόνο για τον ίδιον θα είχε αίσιο τέλος -έστω και μετά κόπων και βασάνων- επέλεξε να "πιει το ποτήριο τούτο" γνωρίζωντας ότι θ'αφήσει πίσω τους συντρόφους του, οι οποίοι δεν τόλμησαν να τον ακολουθήσουν στην δική του Κάθοδο προκειμένου να καθαρθούν και τελικώς να επιστρέψουν κι αυτοί.